Print

ΙΩΑΝ ΜΕΤΑΞΑΣ

ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ
ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΟΧΙ ΣΤΗ ΝΙΚΗ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΞΟΝΟΣ
Του Γεωργίου Β. Κασσαβέτη
Επισμηναγού (Ι) ε.α. - τ. Κυβερνήτου Ο.Α.

Τρεις είναι οι μεγαλύτεροι σταθμοί της νεώτερης ελληνικής ιστορίας, που μας κάνουν εθνικά υπερήφανους. Η Επανάσταση του 1821, που απελευθέρωσε τη χώρα από τον τουρκικό ζυγό, μετά από τέσσερις αιώνες σκληρής σκλαβιάς, οι νικηφόροι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, κατά τους οποίους διπλασιάστηκε το μέγεθος της χώρας και το Έπος του 40.

Οι δύο πρώτοι αμαυρώθηκαν από τα εξής θλιβερά γεγονότα. Η μεν Επανάσταση του 1821 από τον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε το 1823, όταν και το τότε σαθρό πολιτικό σύστημα, αντί να πολεμάει τους Τούρκους, πολεμούσε τους ήρωες της Εθνικής Παλιγγενεσίας, με αποκορύφωμα τη σύλληψη και φυλάκιση του θρυλικού Γέρου του Μοριά Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, η δε λαμπρά περίοδος των νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων από τη διαμάχη μεταξύ του Βασιλέως Κωνσταντίνου και του Ελευθερίου Βενιζέλου, η οποία κατέληξε στον εθνικό διχασμό και την Μικρασιατική Καταστροφή

.

 

Σε αντίθεση με τους δύο προηγούμενους μεγάλους σταθμούς, το Έπος του 40 παρουσιάζει μια σπάνια για τα χαρακτηριστικά της φυλής ιδιορρυθμία. Την απαράμιλλη ενότητα μεταξύ του λαού και της πολιτικής ηγεσίας του.

Κι αυτό, κατά την άποψή μας, οφείλεται αποκλειστικά στη χαρισματική προσωπικότητα του Εθνικού Ηγέτου Ιωάννου Μεταξά.
Όπως θα δούμε εν συνεχεία, ο Ιωάννης Μεταξάς δεν ήταν ένας απλός ηγέτης. Ήταν μια στρατιωτικοπολιτική ιδιοφυΐα, με έμφυτο διοικητικό ταλέντο, με σπάνια γεωστρατηγική αντίληψη και απαράμιλλη διορατικότητα. Ήταν ένας καινοτόμος, ένας μεταρρυθμιστής πολιτικός, ο οποίος αναμόρφωσε και εκσυγχρόνισε το ελληνικό κράτος. Γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1871, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως Έπαρχος. Το 1885, σε ηλικία 14 μόλις ετών, εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων, από την οποία απεφοίτησε το 1890 με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Μηχανικού. Το 1898 πέτυχε υποτροφία να φοιτήσει στην Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου, από την οποία απεφοίτησε το 1902. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην εν λόγω Ακαδημία ο Μεταξάς άφησε εποχή για τις εξαιρετικές επιδόσεις του, με συμφοιτητάς τους μετέπειτα Αρχηγούς του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου Βίλχελμ Χάιε, Όττο Χάσσε και Γκέοργκ Βέτζελ, όπως και τον μετέπειτα Πρώσο Υπουργό Πολέμου Στρατηγό Βάλτερ Ράινχαρντ. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα τοποθετήθηκε στο νεοσύστατο Γενικό Επιτελείο Στρατού, από το οποίο συνέβαλε σημαντικά στην οργάνωση του Στρατού και στη σύνταξη των Στρατιωτικών Κανονισμών.
Μετά την επικράτηση του Στρατιωτικού Συνδέσμου το 1909, λόγω των στενών σχέσεών του με τη Βασιλική οικογένεια, οι επαναστάτες μετέθεσαν τον Μεταξά στη Λάρισα. Όμως ένα χρόνο αργότερα ο Βενιζέλος θα ανακαλέσει τον Μεταξά στην Αθήνα και θα τον ορίσει πρώτο υπασπιστή του. Πριν την έναρξη του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, ο Βενιζέλος αποστέλλει τον Μεταξά στη Σόφια, να διαπραγματευθεί τη Στρατιωτική Συνθήκη μεταξύ Ελλάδος-Βουλγαρίας, μετά δε την υπογραφή της ο Μεταξάς τοποθετήθηκε και πάλι στη Λάρισα, όπου είχε μετασταθμεύσει το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Κατά τη διάρκεια του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου συμμετείχε ενεργά σε όλες τις μάχες, ενώ μαζί με τον Βίκτορα Δούσμανη διαπραγματεύτηκε την παράδοση της Θεσσαλονίκης από τον Ταξίν Χασάν Πασά.

Μετά το πέρας του δευτέρου Βαλκανικού Πολέμου προήχθη στο βαθμό του Αντισυνταγματάρχου και ανέλαβε Διευθυντής Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού και της Ανωτέρας Στρατιωτικής Ακαδημίας.
Η διαφωνία του Βενιζέλου με τον Βασιλέα Κωνσταντίνο το 1915, για το θέμα της συμμετοχής της Ελλάδος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων, η οποία σηματοδότησε και την καταστροφική περίοδο του εθνικού διχασμού, είχε σαν συνέπεια την παραίτηση του Μεταξά από τη θέση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στην οποία είχε τοποθετηθεί, μετά την παραίτηση του Βίκτορα Δούσμανη, στις αρχές Φεβρουαρίου του ιδίου έτους. Στην αίτηση αποστρατείας του ο Μεταξάς επισύναπτε υπόμνημα, στο οποίο εξηγούσε γιατί η εκστρατεία στα Στενά των Δαρδανελλίων θα αποτύγχανε και προφήτευε, ότι και μια στρατιωτική επιχείρηση στη Μικρά Ασία θα ήταν επίσης καταδικασμένη σε αποτυχία, διότι πέραν του ότι θα αποδυνάμωνε το μέτωπο προς τη Βουλγαρία, θα δημιουργούσε δυσεπίλυτα προβλήματα στην ελληνική διοίκηση. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του εθνικού διχασμού ο Ιωάννης Μεταξάς, μαζί με τον Γεώργιο Στρέιτ, τον Βίκτορα Δούσμανη και τη Βασίλισσα Σοφία επηρέαζαν καθοριστικά τον Βασιλέα, υπέρ της διατηρήσεως της ουδετερότητος.
Τον Ιούνιο του 1917, μετά από απαίτηση της Αντάντ ο εκλεγμένος πρωθυπουργός Ανδρέας Ζαΐμης παραιτείται και τη διακυβέρνηση της χώρας αναλαμβάνει ο Ελευθέριος Βενιζέλος χωρίς εκλογές. Κατ΄ απαίτηση επίσης των Αγγλο-Γάλλων ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος υπό την απειλή τους, ότι σε περίπτωση αρνήσεως θα βομβαρδίσουν την Αθήνα, αναγκάζεται να παραιτηθεί και να εγκαταλείψει τη χώρα, παραδίδοντας τα καθήκοντά του στον δευτερότοκο υιό του Αλέξανδρο. Ταυτόχρονα ο ύπατος αρμοστής των προστάτιδων δυνάμεων – βλέπετε ότι οι προστάτες δε μας έλειψαν ποτέ – επέδωσε στην κυβέρνηση κατάλογο των ανεπιθύμητων Βασιλικών, που έπρεπε να εξορισθούν στην Κορσική. Μεταξύ αυτών είναι ο Ιωάννης Μεταξάς, ο Γεώργιος Στρέιτ, ο Δημήτριος Γούναρης, ο Γεώργιος Πεσμαζόγλου, ο Κωνσταντίνος Έσσλιν κ.α. Και πιο ήταν το κακούργημα που διέπραξαν οι προαναφερθέντες; Ότι υπερασπίστηκαν τα συμφέροντα της χώρας τους, να μη συμμετάσχει σε έναν πόλεμο, από τον οποίο δεν είχε να κερδίσει τίποτε.

Πράγματι στις 20 Ιουνίου του 1917 όλοι οι ως άνω μεταφέρονται με το πλοίο «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» στην Κορσική.
Τον Δεκέμβριο του 1918 ο Μεταξάς, ο Γούναρης και ο Πεσμαζόγλου, έχοντας ήδη διανύσει 18 μήνες εξορίας, αποφασίζουν να αποδράσουν. Με ένα νοικιασμένο καΐκι φθάνουν στη Σαρδηνία. Εκεί συλλαμβάνονται από την Ιταλική Αστυνομία, πλην η Ιταλική Κυβέρνηση αρνείται να τους εκδώσει στη Γαλλία, αλλά τους επιτρέπει να εγκατασταθούν σε μια από τις πόλεις Περούτζια, Σιένα , ή Λούκκα. Ο Μεταξάς με την οικογένειά του, εγκαθίσταται στη Σιένα, όπου θα παραμείνει μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1920, οπότε θα μετακομίσει στη Φλωρεντία.
Μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 από την Ενωμένη Αντιπολίτευση και την επάνοδο του Βασιλέως Κωνσταντίνου, ο Μεταξάς επιστρέφει στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στο Φάληρο. Τον Μάρτιο του 1921 η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη του προτείνει να αναλάβει την Αρχιστρατηγία της Μικρασιατικής Εκστρατείας, πλην ο Μεταξάς αρνείται κατηγορηματικά, με το ακλόνητο επιχείρημα, ότι η όλη επιχείρηση είναι καταδικασμένη σε πλήρη αποτυχία.
Τον Οκτώβριο του 1922 ο Μεταξάς ιδρύει το κόμμα των «Ελευθεροφρόνων», το οποίο όμως δε θα τύχει ευρείας απήχησης από το λαό. Με εξαίρεση τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1926, κατά τις οποίες το κόμμα του Μεταξά πήρε 52από τις 286 έδρες, σε όλες τις άλλες εκλογικές αναμετρήσεις δεν ξεπέρασε τις 5-7 έδρες. Τα αποτελέσματα αυτά οδήγησαν τον Μεταξά πολλές φορές στη σκέψη να αποσυρθεί της πολιτικής, σκέψη όμως την οποία ουδέποτε πραγματοποίησε. Το αποτέλεσμα των εκλογών του Ιανουαρίου του 1936, οι οποίες διεξήχθησαν με το σύστημα της απλής αναλογικής, δεν επιτρέπει σε κανένα κόμμα να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, οπότε πρωθυπουργός ορκίζεται ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής με Αντιπρόεδρο και Υπουργό Στρατιωτικών τον Μεταξά. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Δεμερτζή στις 13 Απριλίου του 1936, ο Βασιλεύς ορίζει πρωθυπουργό τον Μεταξά, η Κυβέρνηση του οποίου εξασφαλίζει την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής, με 241 ψήφους υπέρ, 16 κατά και 6 αποχές και την εξουσιοδότηση να κυβερνήσει επί εξάμηνο με Νομοθετικά Διατάγματα και τη Βουλή κλειστή.
Η πρωτοφανής έξαρση των απεργιακών κινητοποιήσεων από το Κομμουνιστικό Κόμμα, η αιματηρή καταστολή της απεργίας της 9ης Μαΐου στη Θεσσαλονίκη, η οποία απέβλεπε στην ανατροπή της Κυβερνήσεως, το Σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα, δια του οποίου αμνηστεύοντο όλα τα καταδικασμένα, με το νόμο περί «ιδιωνύμου», στελέχη του ΚΚΕ, η πυρπόληση των εγκαταστάσεων του Βασιλικού Ναυτικού στην νησίδα Λέρο στον Κόλπο της Ελευσίνας, στις 30 Ιουνίου και η εξαγγελθείσα για την 5η Αυγούστου Πανελλαδική απεργία, οδήγησε τον Μεταξά, με τη σύμφωνη γνώμη του Βασιλέως Γεωργίου, την παραμονή της απεργίας να συγκαλέσει το Υπουργικό Συμβούλιο, να αναστείλει επ’ αόριστον πολλά άρθρα του Συντάγματος και να προχωρήσει στη διάλυση της Βουλής. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, το οποίο όχι μόνο έθεσε τέρμα στα αλλεπάλληλα στρατιωτικά κινήματα, όχι μόνο τερμάτισε την ανατρεπτική δράση του κομμουνιστικού κόμματος, αλλά έθεσε τις βάσεις της δημιουργίας ενός σύγχρονου, οργανωμένου και ευνομούμενου κράτους.
Στη ρεαλιστική πολιτική του Ιωάννου Μεταξά δεν υπήρχε η «Μεγάλη Ιδέα», η οποία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή είχε ενταφιαστεί οριστικά στις ακτές της Ιωνίας, αλλά η διάσωση της χώρας από το χάος, που την έσερνε η ανικανότητα και η ασυμφωνία των πολιτικών και η κατάχρηση των δημοκρατικών διαδικασιών. Ως κοινωνικός μεταρρυθμιστής ο Μεταξάς ικανοποίησε κατ’ αρχάς όλα τα δίκαια αιτήματα του εργατικού κινήματος, ώστε να θέσει τέρμα στις αγωνιστικές κινητοποιήσεις του. Παράλληλα ίδρυσε το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), καθιέρωσε το 8ωρο και την αργία της Κυριακής και την υπογραφή των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Κλείνοντας το μέτωπο με το εργατικό δυναμικό της χώρας, προχώρησε στη ρύθμιση των αγροτικών χρεών, ώστε να κλείσει τους λογαριασμούς και με το δεύτερο μεγάλο μέτωπο του ελληνικού πληθυσμού, εκείνο των αγροτών. Στο μεταρρυθμιστικό έργο του Μεταξά περιλαμβάνονται ακόμη, η κατασκευή των αεροδρομίων Θεσσαλονίκης, Κρήτης και Χασανίου (Ελληνικού), τα Νοσοκομεία Θεσσαλονίκης και Σωτηρίας Αθηνών, το άνοιγμα άνω των 500 εργοστασίων, η κατασκευή 329 Δημοτικών Σχολείων, το άνοιγμα 1450 Νυκτερινών Σχολείων, 62 Παιδικών Σταθμών και 93 Νηπιαγωγείων, του Οργανισμού Σχολικών Κτηρίων κ.α.
Πέραν όμως της κοινωνικής προσφοράς, το στοιχείο που έκανε το Μεταξά να ξεχωρίζει ως στρατιωτικός ηγέτης ήταν η οξυδέρκεια, η γεωστρατηγική αντίληψη και η πληθωρική διορατικότητα. Από το 1936 ο Μεταξάς είχε προβλέψει τη σύγκρουση μεταξύ του Ναζιστικού Καθεστώτος του Αδόλφου Χίτλερ με τις δυτικές δυνάμεις και όχι μόνο, αλλά είχε αποφασίσει να πολεμήσει στο πλευρό της Αγγλίας και της Γαλλίας, πιστεύοντας στη ναυτική υπεροχή της Αγγλίας στη Μεσόγειο. Όταν ο Μεταξάς ανέλαβε την εξουσία, ο Στρατός Ξηράς και η Αεροπορία ήσαν υπό διάλυση. Πιστεύοντας ακραδάντως στον πρωτεύοντα ρόλο που παίζουν σε ένα πόλεμο το βαρύ πυροβολικό και η Αεροπορία, μερίμνησε αμέσως για τον εκσυγχρονισμό τους. Ειδικότερα επειδή τα κονδύλια για την αγορά νέων αεροπλάνων ήταν τεράστια, επέβαλε σε όλους τους εργαζομένους την καταβολή του αντιτίμου ενός ημερομισθίου μηνιαίως «υπέρ της Αεροπορίας», θέμα που του επέτρεψε να προβεί σε παραγγελία μεγάλου αριθμού καινουργών αεροπλάνων. Δυστυχώς η έκρηξη του πολέμου δεν επέτρεψε την παράδοση των παραγγελιών αυτών. Παράλληλα με τον εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων ο Μεταξάς μερίμνησε και για την αμυντική θωράκιση της χώρας. Έχοντας ως πρότυπα τις οχυρωματικές γραμμές «Γραμμή Μαζινό» της Γαλλίας, « Γραμμή Ζίνγκφριντ» της Γερμανίας, « Γραμμή Ντεβέζ» του Βελγίου και «Γραμμή Στάλιν» της Σοβιετικής Ενώσεως, ο Μεταξάς αποφάσισε να οχυρώσει τα βόρεια σύνορα της χώρας με τη «Γραμμή Μεταξά». Τα οχυρά που κατασκευάστηκαν κατά μήκος της συνοριακής γραμμής, μεταξύ των ετών 1936-1941, μήκους 220 χιλιομέτρων, συνίσταντο σε επιφανειακά και υπόγεια έργα, κατασκευασμένα από οπλισμένο σκυρόδεμα, που συνεδέοντο μεταξύ τους με υπόγειες στοές. Στις στοές αυτές υπήρχαν καταφύγια για την ασφαλή διαβίωση των ανδρών της φρουράς, διοικητήρια, τηλεφωνικά κέντρα, μαγειρεία, αποθήκες τροφίμων, καυσίμων και πυρομαχικών, δεξαμενές νερού, αποχωρητήρια κ.λπ. , που εξασφάλιζαν την αυτάρκεια των οχυρών για 10 ημέρες. Και για να γίνει πλέον κατανοητή η στρατιωτική αξία των οχυρών αυτών αναφέρουμε, ότι το οχυρό του Ρούπελ δεν είχε καταληφθεί, παρ’ ότι τα Γερμανικά στρατεύματα είχαν φτάσει στην Κομοτηνή. Και μετά την αναφορά στον Ιωάννη Μεταξά, ας περάσουμε στη σημασία του Όχι και πως αυτό συνέβαλε στη νίκη των συμμάχων επί του Άξονος.
Λέγεται ότι η ιστορία έχει τρείς όψεις. Τη δική της, την όψη των πλαστογράφων και παραχαρακτών και την αλήθεια. Δυστυχώς στη χώρα μας η παραχάραξη και η διαστρέβλωση της ιστορίας , ιδίως μετά τη Μεταπολίτευση, έχει λάβει ενδημικό χαρακτήρα, σε σημείο να κινδυνεύει να χάσει την αξιοπιστία της. Και όπως έλεγε ο Βίσμαρκ «ποιος να πιστέψει την ιστορία, όταν για πράγματα που έγιναν μόλις χθες λέγονται τόσα ψέματα». Αλήθεια, ποιος να πιστέψει σήμερα την ελληνική ιστορία, όταν μερικοί ανθέλληνες, θρασύτατα ισχυρίζονται ότι η Επανάσταση του 1821 ήταν ταξική, εναντίον των Κοτζαμπάσηδων, όταν αδιάντροπα γράφουν ότι η Μικρασιατική Καταστροφή οφείλεται στο συνωστισμό στο Λιμάνι της Σμύρνης, ή όταν αναιδέστατα διαλαλούν ότι το ΟΧΙ του 40 το είπε ο ελληνικός λαός;
Καθίσταται λοιπόν εθνική ανάγκη να λέγεται η αλήθεια, ώστε να αποκαθίσταται η αξιοπιστία της και η ιστορία να διαδραματίζει τον διαπλαστικό ρόλο της. Και , ως γνωστόν, η ιστορία ασκεί διαπλαστικό ρόλο όταν είναι εθνική. Και « εθνικόν - κατά τον Διονύσιο Σολωμό- είναι πάν ο,τι είναι αληθές».
Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς διέκρινε, στις τρεις τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ότι το αυτοκίνητο που είχε σταθμεύσει έξω από την οικία του, στη συμβολή των οδών Κεφαλληνίας και Δαγκλή στην Κηφισιά, ήταν της Ιταλικής Πρεσβείας και ανεγνώρισε τον Εμμανουέλε Γκράτσι, αισθάνθηκε ότι η ώρα είχε σημάνει στο ρολόι της ιστορίας. Στο μακροσκελές τελεσίγραφο το οποίο του εγχείρισε ο Ιταλός πρεσβευτής, αφού εγκαλείτο η χώρα μας , ότι παραβιάζει την ουδετερότητα και διευκολύνει παντοιοτρόπως τους Βρετανούς, η Ιταλική Κυβέρνηση ζητούσε τις εξής «μικροδιευκολύνσεις». «Όθεν η Ιταλική Κυβέρνησις κατέληξεν εις την απόφασιν να ζητήσει από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν - ως εγγύησιν δια την ασφάλειαν της Ιταλίας - το δικαίωμα να καταλάβει δια των Ενόπλων αυτής Δυνάμεων, δια την διάρκειαν της σημερινής προς την Αγγλίαν ρήξεως, ορισμένα στρατηγικά σημεία επί του ελληνικού εδάφους. Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν, όπως μη εναντιωθεί εις την κατάληψιν ταύτην και όπως μη παρεμποδίσει την ελευθέραν διέλευσιν των στρατευμάτων, των προοριζομένων να την πραγματοποιήσωσι. Τα στρατεύματα αυτά δεν παρουσιάζονται ως εχθροί του ελληνικού λαού και η Ιταλική Κυβέρνησις δεν προτίθεται ποσώς, δια της προσωρινής κατοχής στρατηγικών τινων σημείων, επιβαλλομένης υπό της ανάγκης των περιστάσεων και εχούσης καθαρώς αμυντικόν χαρακτήρα, να θίξει οπωσδήποτε την κυριαρχίαν και την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος. Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν, όπως δώσει αυθωρεί εις τας στρατιωτικάς αρχάς τας αναγκαίας διαταγάς, ίνα η κατοχή αυτή πραγματοποιηθεί κατά ειρηνικόν τρόπον. Εάν τα ιταλικά στρατεύματα ήθελον συναντήσει αντίστασιν, η αντίστασις αυτή θα καμφθή διά των όπλων και η Ελληνική Κυβέρνησις θα έφερε τας ευθύνας, αι οποίαι ήθελον προκύψει».
Μόλις ο Μεταξάς, καθισμένος στο λιτό σαλονάκι της οικίας του, απέναντι από τον Γκράτσι, αποδιάβασε το μακροσκελέστατο τελεσίγραφο, σήκωσε το βλέμμα του, κοίταξε τον Ιταλό Πρεσβευτή στα μάτια και με έντονη συγκίνηση, αλλά με σθεναρή φωνή του είπε, « ώστε λοιπόν πόλεμος». Ταραγμένος ο Γκράτσι προσπάθησε να μετριάσει τις εντυπώσεις, τονίζοντας ότι τούτο δεν είναι απαραίτητο, αφού η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί την κατοχήν των στρατηγικών αυτών σημείων μόνο προσωρινά. Όταν ο Μεταξάς ερώτησε και ποια είναι αυτά τα στρατηγικά σημεία, ο Γκράτσι του απήντησε: « Δεν έχω την παραμικρή ιδέα εξοχότατε. Το μόνο που γνωρίζω , είναι ότι η κίνηση των Ιταλικών στρατευμάτων θα αρχίσει στις έξι το πρωί». « Αυτό δεν μπορεί να γίνει- του απήντησε ο Μεταξάς- διότι κι αν ακόμη είχα την πρόθεση, δεν έχω το χρόνο να ενημερώσω τον Βασιλέα και τους στρατιωτικούς ηγέτες, να συγκαλέσω το Υπουργικό Συμβούλιο και να ενημερωθούν οι στρατιωτικές μονάδες προκαλύψεως». Αποχωρών ο Γκράτσι είπε στον Μεταξά. « Διατηρώ την ελπίδα πως θα λάβετε υπόψη σας τη διαβεβαίωση της διακοινώσεως ότι η Ιταλική Κυβέρνησις δεν επιβουλεύεται τα κυριαρχικά δικαιώματα και την ανεξαρτησία της Ελλάδος». Η συνέχεια φυσικά είναι γνωστή.
Γεννάται όμως το ερώτημα. Η απάντηση του Μεταξά αποτελούσε μια στιγμιαία απόφαση ενός αγουροξυπνημένου πρωθυπουργού; Ασφαλώς όχι. Ο Μεταξάς δεν ήταν ένας τυχαίος πολιτικός ηγέτης. Αντίθετα μάλιστα. Ήταν ο μοναδικός Έλληνας πολιτικός με ολοκληρωμένη και σφαιρική γεωστρατηγική αντίληψη. Ήταν ο μόνος που διαφώνησε ανοικτά με την απόφαση για τη Μικρασιατική Εκστρατεία και προέβλεψε την αποτυχία της. Παρ’ όλο δε ότι ήταν ένας διαπρεπής στρατιωτικός ηγέτης, δεν ήταν ούτε φιλοπόλεμος, ούτε φιλόμαχος. Αναμφιβόλως η προσωπικότητα , αλλά και η ηγετική ικανότητα του Ιωάννου Μεταξά αποτελούν διαχρονικές αξίες της μακραίωνος ελληνικής ιστορίας. Δεν είναι μάλιστα καθόλου τυχαίο, που ένα από τα σοβαρότερα φύλλα του σημερινού τύπου στη Χώρα μας, η Καθημερινή, με εμπεριστατωμένη μελέτη της προ ετών, συγκατέλεξε τον Μεταξά μεταξύ των δέκα (10) μεγαλυτέρων ηγετών της ελληνικής ιστορίας, μαζί με τον Αριστοτέλη, τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Περικλή, τον Ρήγα Φεραίο, τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη κ.α.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ο ίδιος ο Μεταξάς απεκάλυψε, κατά την ενημέρωση των ιδιοκτητών και αρχισυντακτών του Αθηναϊκού Τύπου στο Γενικό Στρατηγείο, στις 30 Οκτωβρίου 1940, προσπάθησε με κάθε μέσο να αποφύγει τον πόλεμο. Από το κείμενο που έχει καταχωρισθεί στο ημερολόγιό του, διαβάζουμε τα εξής: «Ομολογώ ότι εμπρός εις την φοβεράν ευθύνην της αναμίξεως της Ελλάδος εις τέτοιον μάλιστα πόλεμον, έκρινα πως καθήκον μου ήτο να δω, εάν θα ήτο δυνατόν να προφυλάξω τον τόπον αυτόν, έστω και δια παντός τρόπου, ο οποίος όμως θα εσυμβιβάζετο με τα γενικότερα συμφέροντα του έθνους. Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνσιν του Άξονος μου εδόθη να εννοήσω σαφώς , ότι μόνη λύσις θα μπορούσε να είναι μια εκουσία προσχώρησις της Ελλάδος εις την « Νέαν Τάξιν», προσχώρησις που θα εγένετο όλως ευχαρίστως δεκτή από τον Χίτλερ, ως « εραστήν του ελληνικού πνεύματος». Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η προσχώρησις εις την « Νέαν Τάξιν», προϋπέθετε προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας και συνεπήγετο θυσίας τινάς δια την Ελλάδα».
Συνεχίζοντας την αποκαλυπτική εκείνη ενημέρωση των συντελεστών του Τύπου ο Μεταξάς, είπε και τα εξής : « Φυσικά με πάσαν περίσκεψιν και ανεπισήμως επεδίωξα δι’ όλων των μέσων να κατατοπισθώ συγκεκριμένως, ποίαι θα ήσαν αι θυσίαι αυταί, με τας οποίας η Ελλάς θα έπρεπε να πληρώσει την ατίμωσιν, της εξ’ ιδίας θελήσεως προσφοράς της να υπαχθή εις την « Νέαν Τάξιν».

Με καταφανή προσπάθειαν αποφυγής καθορισμού μου εδόθη να καταλάβω ότι η προς τους Έλληνες στοργή του Χίτλερ ήτο αι εγγυήσεις, ότι αι θυσίαι αυταί θα περιορίζοντο εις το ελάχιστον δυνατόν. Όταν επέμεινα να κατατοπισθώ, πόσον επί τέλους θα ήτο αυτό το ελάχιστον, τελικώς μου εδόθη να καταλάβω, ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς - Δεδεαγάτς, ως γνωστόν, ήτο το όνομα της Αλεξανδρουπόλεως, πριν περιέλθει στην κατοχή της Ελλάδος το 1920 - Δηλαδή, θα έπρεπε, για να αποφύγωμεν τον πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν κι αυτοί τα πόδια της Ελλάδος».
Όταν λοιπόν, στις τρείς το πρωί, ο Ιωάννης Μεταξάς εκλήθη να απαντήσει με ένα ναι ή ένα όχι στο ιταμό τελεσίγραφο του Μουσολίνι, γνώριζε αφ’ ενός μεν την επικρατούσα κατάσταση στην Ευρώπη ήτοι: Την παράδοση, ή την αμαχητί κατάληψη της Πολωνίας, της Φινλανδίας, της Αυστρίας , της Βουλγαρίας, της Ουγγαρίας, της Ρουμανίας και της Αλβανίας και την κατάρρευση της Γαλλίας εντός 45 ημερών, του Βελγίου εντός 18 ημερών, της Ολλανδίας εντός 5 ημερών και της Δανίας εντός 12 ωρών αφ’ ετέρου δε τον ακρωτηριασμό της χώρας, τόσο απ’ την Ιταλία δυτικά, όσο και από τη Βουλγαρία ανατολικά, σε περίπτωση αποδοχής των όρων του τελεσιγράφου.

Συνεπώς η απάντησή του ήταν ήδη από καιρό ειλημμένη και σύμφωνη με το πρόσταγμα της ελληνικής ιστορίας και τις αξίες του ελληνισμού και βασισμένη στα πραγματικά συμφέροντα της χώρας και όχι στη λογική της αποδόσεως μιας χρηματιστηριακής επενδύσεως.
Με αυτά τα δεδομένα αποτελεί άθλια και ανίερη πράξη η εκμετάλλευση του ιστορικού ΟΧΙ, για μικροκομματικούς σκοπούς, από μερικούς μειωμένης εθνικής συνειδήσεως συμπατριώτες μας, ιδίως μετά τη Μεταπολίτευση, οι οποίοι μη δυνάμενοι να προσβάλουν την ορθότητα της αποφάσεως του Μεταξά, επεχείρησαν να την εμφανίσουν, δήθεν, ως απόφαση του ελληνικού λαού. Όταν όμως διαπίστωσαν ότι το επιχείρημα ήταν αστείο, διότι ο καθένας διερωτάτο, πως το ΟΧΙ το είπε ο ελληνικός λαός στις τρείς τα μεσάνυχτα, το άλλαξαν. Είπαν τότε, ότι δήθεν ο Μεταξάς δεν είχε άλλη επιλογή και ότι η απόφασή του ήταν μονόδρομος. Τους ερωτούμε όμως. Αν τα πράγματα έχουν έτσι, γιατί δεν ήταν μονόδρομος η εφαρμογή του « Σχεδίου Επιχειρήσεων Κύπρος» της Πολεμικής μας Αεροπορίας, το οποίο είχε εκπονηθεί από το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας, για την περίπτωση απειλής της εδαφικής ακεραιότητος της Κύπρου και επί του οποίου ασκούντο επί χρόνια οι πιλότοι μας, από τον τότε πρωθυπουργό, τον Ιούλιο του 1974, αλλά επελέγη το βολικό « η Κύπρος είναι μακράν»; Γιατί άραγε «Η Κύπρος δεν ήταν μακράν» για τον αρμόδιο Αρχηγό του ΓΕΑ, τον αείμνηστο πτέραρχο Αλέξανδρο Παπανικολάου, ο οποίος έδωσε δύο φορές εντολή απογειώσεως των αεροσκαφών και τις δύο η εντολή ακυρώθηκε άνωθεν; Τόσο άσχετοι ήσαν εκείνοι που εκπόνησαν και εκείνοι που υλοποιούσαν το εν λόγω Σχέδιο Επιχειρήσεων, ώστε να μη λάβουν υπόψη τους τη σπουδαία αυτή παράμετρο της εμβέλειας των μαχητικών αεροσκαφών που τότε διέθετε η Χώρα; Κι ακόμη, γιατί δεν ήταν μονόδρομος η σύγκρουση με την Τουρκία για τα Ίμια, τον Ιανουάριο του 1996, αλλά και οι τότε κρατούντες εφεύραν το επίσης βολικό, « πάρτε τη σημαία και πέστε ότι την πήρε ο άνεμος»;
Ευτυχώς όμως τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα αντέχουν στις επιθέσεις, εκείνων που επιχειρούν να τα διαστρεβλώσουν και να τα παραχαράξουν

. Εις πείσμα λοιπόν όλων αυτών το ΟΧΙ του Μεταξά, μαζί με την Επανάσταση του 1821 και τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους, αποτελεί τον τηλαυγή φάρο, που φωτίζει τη νεώτερη ελληνική ιστορία. Η νίκη των αδιαμφισβητήτως κατωτέρων Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων επί των Ιταλικών στη Βόρειο Ήπειρο, πέραν της ιστορικής υπερηφάνειας, έκανε τη μικρή χώρα μας γνωστή ανά την Υφήλιο κι απέδειξε ότι η πίστη ,το ηθικό και η ενότητα ενός λαού κάνουν θαύματα

. Το 1940 μια κοινωνία διαιρεμένη και κουρασμένη από πολέμους και διχασμούς, από εκστρατείες και διαψεύσεις, από μεγάλες ιδέες και μικρές πράξεις, ενώθηκε και όρθωσε ανάστημα ενώπιον της έξωθεν απειλής, εναντίον ενός εχθρού που απειλούσε όχι μόνο το έδαφος, αλλά και το φρόνημα και την ταυτότητα και την ουσία, ο,τι δηλαδή είχε κερδηθεί με τεράστιες θυσίες και κόπο στη διάρκεια ενός και πλέον αιώνα. Ο εισβολέας απειλούσε το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας του αυτοπροσδιορισμού. Υπό αυτή την έννοια το 40 αντήχησε και επανέλαβε την πιο στέρεη παράδοση του έθνους, τον εθνικο-απελευτερωτικό αγώνα του 1821.
Εξαίροντας τον ηρωισμό των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων ο ίδιος ο Αδόλφος Χίτλερ, σε λόγο του στο Ράιχσταγκ στις 4 Μαΐου 1941, είχε πει τα εξής. « Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να διαπιστώσω ότι από όλους τους αντιπάλους που αντιμετωπίσαμε, ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με ύψιστο ηρωισμό και αυτοθυσία και συνθηκολόγησε μόνο, όταν η εξακολούθηση της αντιστάσεως δεν είχε κανένα νόημα. Ο Ελληνικός λαός αγωνίστηκε τόσο γενναία, ώστε και αυτοί οι εχθροί του δεν μπορούν να αρνηθούν την προς αυτόν εκτίμηση».
Πέραν όμως της εθνικής υπερηφάνειας και του παγκόσμιου θαυμασμού, το ΟΧΙ του Μεταξά είχε καθοριστική επίδραση στην νικηφόρο έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, προδιαγράφοντας τη νίκη των Συμμάχων επί του Άξονος. Διότι όταν , ως προαναφέρθηκε, το ένα μετά το άλλο τα μεγαλύτερα από την Ελλάδα κράτη της Ευρώπης κατέρρεαν, ως χάρτινοι πύργοι, εντός λίγων μόνο ημερών , ο Δαυίδ της Ευρώπης κράτησε το σφυροκόπημα των δύο αυτοκρατοριών επί επτά ολόκληρους μήνες ,ή επί το ακριβέστερο 216 ημέρες. Για το ηρωικό αυτό κατόρθωμα της Χώρας μας ο Υπουργός της Βρετανίας Φιλίπ-Τζών Νόελ Μπαίηκερ, ένα έτος μετά το ΟΧΙ του 40 δήλωνε σχετικά τα εξής: « Εάν η Ελλάς ενέδιδε στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι κανείς δεν θα εδικαιούτο να τη μεμφθή. Ο Άξων θα εκυριάρχει εις την Υδρόγειο….η Συρία, το Ιράκ , η Περσία, η Κύπρος θα κατελαμβάνοντο από τον Άξονα. Η Τουρκία θα εκυκλώνετο. Οι πετρελαιοπηγές της Εγγύς Ανατολής θα ήσαν εις την διαθεσίν του. Η θύρα του Καυκάσου θα ανοιγόταν δι’ αυτόν. Χάρις εις την ελληνικήν αντίστασιν μας εδόθη ο καιρός να αποκρούσωμεν και να συντρίψωμεν την ιταλικήν στρατιάν, η οποία εκινήθη από την Λιβύη κατά της Αιγύπτου, να εκκαθαρίσωμεν την Ερυθράν Θάλασσαν από τα εχθρικά πλοία, να μεταφέρωμεν την αμερικανικήν βοήθειαν προς την Εγγύς Ανατολήν και να εξουδετερώσωμεν έτσι την εχθρικήν απειλήν εναντίον της. Εάν το Στάλινγκραντ και ο Καύκασος κρατούν σήμερα, τούτο οφείλεται αποκλειστικά εις την ελληνικήν αντίστασιν. Ο κόσμος πραγματικά δεν δικαιούται να λησμονήσει τα ελληνικά κατορθώματα την ιστορικήν εκείνην στιγμήν».
Τέλος η συμβολή του Ελληνικού Έπους του 40 στην τελική έκβαση του μεγάλου αυτού πολέμου σκιαγραφείται με τη βαρύτητα ενός σημαντικού στρατιωτικού ηγέτου της εποχής, ήτοι του Βρετανού στρατάρχου Χάρολντ-Τζωρτζ Αλεξάντερ ως εξής: « Δεν είναι υπερβολή να λεχθή ότι η Ελλάς ανέτρεψε το σύνολον των σχεδίων της Γερμανίας, εξαναγκάσασα αυτήν να αναβάλη επί έξι(6) εβδομάδες την επίθεσιν κατά της Ρωσίας. Διερωτώμεθα, ποια θα ήτο η θέσις της Ρωσίας, χωρίς την αντίστασιν της Ελλάδος».
Αναμφιβόλως τα αντανακλαστικά της ενότητος των Ελλήνων λειτούργησαν άψογα στο μεγάλο προσκλητήριο του έθνους τον Οκτώβριο του 1940. Το τίμημα της νίκης ήταν φυσικό επακόλουθο.

Η χώρα δοξάστηκε διεθνώς και ο ελληνικός λαός απέκτησε ξανά τη χαμένη, από τη Μικρασιατική ήττα , αυτοπεποίθησή του. Σήμερα βέβαια δεν φαίνεται ενδεχόμενος ,τουλάχιστον άμεσα, ο κίνδυνος της απειλής της χώρας από κάποιον επιδρομέα. Αυτό όμως ουδόλως σημαίνει ότι δεν απειλείται η κυριαρχία της. Ο Άνταμ Σμίθ γράφει ότι με δύο τρόπους μπορεί να κατακτήσεις μια ξένη χώρα. Με το δόρυ και με το χρέος. Και η Ελλάδα βιώνει ήδη την απώλεια της κυριαρχίας της από το χρέος.
Ας μη εφησυχάζουμε λοιπόν, διότι ο κίνδυνος καραδοκεί και η χώρα βρίσκεται σε χειρότερο σημείο, από εκείνο που βρισκόταν τις παραμονές του ΟΧΙ. Και τα πράγματα είναι χειρότερα σήμερα, διότι στο τιμόνι της χώρας δεν βρίσκεται ένας Μεταξάς, αλλά ανίκανοι γιάπηδες, οι οποίοι το μόνο που γνωρίζουν από πολιτική είναι ό,τι πιο άθλιο τη χαρακτηρίζει. Και το χείριστο όλων είναι ότι η χώρα μας σήμερα δε βιώνει μόνο τη βαθειά οικονομική κρίση, αλλά μια δομική κρίση, μια κρίση Ταυτότητος, μια κρίση Θεσμών και Αξιών. Στις μέρες μας όποιος πιστεύει στο τρίπτυχο Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια, ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις αποτελούν τον θεματοφύλακα της ελευθερίας και της εδαφικής ακεραιότητος της χώρας, κι ακόμη ότι οι Έλληνες ιθαγενείς έχουν προτεραιότητα στη υγεία, στην εκπαίδευση, στην εργασία είναι οπισθοδρομικός, ξενοφοβικός, ρατσιστής, ακροδεξιός, φασίστας. Στον αντίποδα όποιος είναι άθεος, όποιος πιστεύει στο θεσμό του γάμου των ομοφυλοφίλων και είναι υπέρ της Ειρήνης και κατά των Εξοπλισμών, είναι αριστερός, προοδευτικός, δημοκράτης.
Ας ελπίσουμε ότι ο καλός Θεός της Ελλάδος θα μας γλυτώσει από μια νέα 28η Οκτωβρίου σήμερα. Διότι αν ο μη γένοιτο συμβεί κάτι τέτοιο, εμείς θα γίνουμε σκλάβοι, διότι οι ψοφοδεείς, τρυφηλοί και ηττοπαθείς κυβερνήτες μας θα παραδώσουν αμαχητί τη χώρα και θα καταφύγουν στην Ελβετία, ή σε όποιον άλλον οικονομικό παράδεισο έχουν μεταφέρει τον αθεμίτως αποκτηθέντα πλούτο τους.